Τρεις πρόσφατες αποφάσεις του Αρείου Πάγου, στο πλευρό της εργοδοσίας

Όλο το σύστημα δουλεύει για τους λίγους:

Τρεις πρόσφατες αποφάσεις του Αρείου Πάγου, στο πλευρό της εργοδοσίας

Μπορεί πρσφάτως η Ποινική Δικαιοσύνη να έχει μονοπωλήσει τη συζήτηση της κοινής γνώμης με τις προκλητικές σκευωρίες που κατασκευάζει τη μία μετά την άλλη ενάντια σε αγωνιστές και νέους ανθρώπους, όμως, παράλληλα και στο ίδιο μοτίβο, δουλεύει και ο Άρειος Πάγος και ειδικά σε ό,τι αφορά τις εργατικές διαφορές. Οι τρεις παρακάτω αποφάσεις δεν είναι οι μόνες τέτοιες, είναι όμως χαρακτηριστικές και δηλωτικές για την κατεύθυνση που έχει πάρει το ανώτατο δικαστήριο της χώρας και συνολικά η εγχώρια Δικαιοσύνη.

 

  1. ΑΠ 677/2017: Μόνη η μη καταβολή των δεδουλευμένωναποδοχών του μισθωτού, έστω και μακροχρόνια, δεν αρκεί να θεμελιώσει την έννοια της βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας του, αν δεν συνδέεται και με την πρόθεση του εργοδότη να εξαναγκάσει αυτόν σε παραίτηση προκειμένου να αποφύγει την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης.

Αυτό σημαίνει πως οι επιλογές που δίνονται στον εργαζόμενο είναι α) είτε να θεωρήσει τη μεταβολή αυτή ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη, β) είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να αξιώσει την τήρηση των όρων της και την αποδοχή της εργασίας του από τον εργοδότη σύμφωνα με το πριν τη μεταβολή περιεχόμενο της σύμβασης και, σε περίπτωση άρνησης του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία αυτή, να ζητήσει μισθούς υπερημερίας.

Επομένως, με βάση την απόφαση η μεταβολή δεν συνεπάγεται χωρίς άλλο τη λύση της σύμβασης ώστε να δοθεί αποζημίωση απόλυσης, οι απλήρωτοι εργαζόμενοι καλούνται να συνεχίσουν να δουλεύουν απλήρωτοι, αφού οι εργοδότες δεν σκοπεύουν να τους εξαναγκάσουν σε απόλυση (και γιατί άλλωστε να σκόπευαν, αφού τους έχουν να δουλεύουν τσάμπα;). Ειδάλλως, μπορούν να μπουν στη δίνη της χρονοβόρας διαδικασίας των αστικών δικαστηρίων και να διεκδικήσουν πιθανή αποζημίωση ή μισθούς υπερημερίας. Μέχρι τότε ας κόψουν τον λαιμό τους.

 

  1. ΑΠ 114/2017: Η επίσχεση εργασίας του μισθωτού θεωρείται ως καταχρηστικώς ενασκούμενο δικαίωμα όταν, μεταξύ άλλων, η καθυστέρηση εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη «δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του» αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη.

Mε λίγα λόγια, η επίσχεση είναι νόμιμη όταν βολεύει τον εργοδότη, όταν δεν του προκαλεί και τόσο πρόβλημα, όταν είναι σε ακμάζουσα οικονομική κατάσταση, όταν αυτά που χρωστάει δεν είναι «αμελητέα» (αμελητέα για ποιον άραγε;). Αυτό που υπονοείται, δηλαδή, είναι πως το δικαίωμα του εργαζόμενου να πληρώνεται ό,τι δουλεύει είναι εξαρτημένο από από την ευκολία του εργοδότη να το ικανοποιήσει. Αν δυσκολεύεται λιγάκι δεν είναι υπαίτιος, άρα η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης υπερβαίνει τα όρια που θέτει η καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη. Κατά συνέπεια, επιφυλάσσεται απληρωσιά και σταδιακή αφαίρεση των ελάχιστων όπλων που έχουν μείνει για την άμυνα απέναντι στην επίθεση της εργοδοσίας -δε φαίνεται να υπάρχει τίποτα χρηστό ή ηθικό σ’ αυτό.

 

  1. ΑΠ 11/2017: Κρίνεται συνταγματικός ο νόμος 4046/2012(Μνημόνιο ΙΙ) και η 6/2012 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ) που καθιέρωσαν τον περιορισμό των εγγυήσεων των απολύσεων των εργαζομένων, από τη μεγάλη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Η κατάργηση των ρητρών μονιμότητας, δηλαδή των ρυθμίσεων αυξημένης προστασίας για τους εργαζόμενους από καταγγελίες των συμβάσεών τους, δεν προσκρούει στο Σύνταγμα. Τα σχετικά νομοθετήματα «αποσκοπούν στην τόνωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων», άρα είναι δικαιολογημένες κατ’ αυτόν τον τρόπο οι μειώσεις των αποδοχών, οι απολύσεις, κ.ο.κ. Επιπρόσθετα, δεν τίθεται ζήτημα για την κανονιστική ισχύ των διατάξεων του μνημονίου, αλλά πρόκειται για μέτρα που πρέπει να υιοθετηθούν και να ενσωματωθούν άμεσα οι προβλέψεις τους ως κανόνες της εσωτερικής έννομης τάξης

Μετά τη νομιμοποίηση της απληρωσιάς, χρειαζόταν μια παρεμπίπτουσα νομιμοποίηση του Μνημονίου ΙΙ, μετά φυσικά και την απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ (2307/2014) που το έκρινε ως νόμιμο και συνταγματικό στο σκέλος που αφορά τις μειώσεις των αποδοχών, την κατάργηση επιδομάτων, την κατάργηση της υπογραφής ΕΓΣΕΕ, της «μετενέργειας», κ.λπ. Στο σκεπτικό της απόφασης τίθεται σαφώς: οι ρήτρες μονιμότητας και τα πολλά δικαιώματα «στερούν από τις επιχειρήσεις τη δυνατότητα λήψης μέτρων εξυγίανσης μέσω της μείωσης του εργασιακού κόστους». Τουλάχιστον δεν κρύβουν τον ιερό σκοπό που έχουν να επιτελέσουν και το ποιον έχουν να προστατεύσουν.

Το μόνο πιο προφανές από την ταξική μεροληψία της Δικαιοσύνης, είναι η υποκρισία της Κυβέρνησης που σκίζει τα ιμάτιά της για τις αποφάσεις που βγαίνουν κάθε τόσο. Μέρα με τη μέρα, όχι μόνο διατηρούν στο ακέραιο το αντεργατικό νομοθετικό οπλοστάσιο, αλλά το εμπλουτίζουν με περαιτέρω νομοθετήματα (βλ. κατάργηση κυριακάτικης αργίας, απελευθέρωση απολύσεων και τόσα άλλα), στο πλαίσιο της αντιδραστικής προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στα ενωσιακά πρότυπα, πάνω στο οποίο πατάει το σύνολο των δικαστικών αποφάσεων. Επιμένουν με μανία για την «ανεξαρτησία» της δικαστικής εξουσίας, σε μια τραγική προσπάθεια να αποποιηθούν τις ευθύνες τους. Είναι μήπως ανεξάρτητη η Δικαιοσύνη και από τους νόμους που ψηφίζει η Κυβέρνηση;

 

πηγή http://www.attack.org.gr

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s